Αξιότιμε κ. Δήμαρχε,

Σεβαστοί Πατέρες,

Εκπρόσωποι της τοπικής Αυτοδιοίκησης,

Ελλογιμότατοι κ. Εισηγητές,

Αγαπητοί, κυρίες και κύριοι Σύνεδροι,

 

Είμαι πράγματι ευτυχής, διότι Κύριος ο Θεός μάς αξιώνει όλους να βρισκόμαστε σήμερα εδώ, πραγματοποιώντας ένα συνέδριο, εξ αφορμής ενός μοναδικού γεγονότος: των εγκαινίων του Εκθετηρίου Εκκλησιαστικών Κειμηλίων της Ιεράς μας Μητροπόλεως στη Μακρινίτσα. Πρόκειται για ένα έργο-καρπό μακρόχρονης συλλογής και μελέτηςπολύτιμωνκειμηλίων, που οδήγησαν στηδημιουργία ενός ξεχωριστού μουσειακού χώρου. Πρώτη φορά από της ιδρύσεώς της, η τοπική μας Εκκλησία προσφέρει στηνκοινωνία της Μαγνησίας ένα σύγχρονοΕκκλησιαστικό Μουσείο.

Ο πλούτος των εκθεμάτων του επιβεβαιώνει τον αστείρευτο πλούτο εκκλησιαστικώνκειμηλίων, όχι μόνον από τηνπεριοχή του Πηλίου,αλλά και την περιοχή της Αγιάς, καθώς και του Αλμυρού. Για μένα, αλλά και τους συνεργάτες μου, η διάσωση, η συντήρηση και η προβολή τους με σύγχρονο τρόπο θεωρήθηκε ιερή υποχρέωση, εκδήλωση μνήμης και σεβασμού προς τις γενεές των ευσεβών κληρικών και λαϊκών που τα δώρισαν στους  ναούς και τις Ιερές Μονές, παρακαταθήκη ευλαβείας και υψηλής αισθητικής προς τις επόμενες γενεές.

Τα εκθέματα αποτελούν δείγματα πολιτισμού, δηλαδή αντικείμενα που, παρά  την υλική τους υπόσταση, έγιναν και παραμένουν σύμβολαπίστης και πνευματικότητας, δεσμοί συνοχής  της κοινότητας, κώδικες επικοινωνίας με τους ανθρώπους και τον Θεό. Διότι πολιτισμός είναι κυρίως αυτό: Οι δεσμοί μιας κοινότητας με κοινές αξίες και κανόνες, με εμπιστοσύνη και ισχυρή αλληλεγγύη, με κοινό όραμα και κοινούς αγώνες, με κοινή πίστη σε μια συμπαντική τάξη. Αυτά είναι που αποτυπώθηκαν πάνω στο υλικό των κειμηλίων, είτε αυτό είναι μέταλλο, είτε χρώμα, είτε ύφασμα, είτε οτιδήποτε αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις.

Στον υπέροχο χώρο του Μουσείου βρίσκονταιαντικείμενα που, φαινομενικά, έκλεισαν,όπως λέμε, τον κύκλο τους. Η φυσική τους θέση δεν είναι εκεί. Κατασκευάστηκαν με μεράκι και ευλάβεια για να βρίσκονταιπάνω σε Άγια Τράπεζα, εικονοστάσια ή σκευοφυλάκια, λαμπρούς ναούς ή ταπεινά ξωκλήσια. Τώρα βρίσκονται στον άκρως προσεγμένο μουσειακό χώρο, ακίνητα, φωτισμένα υπέροχα, αλλά και λίγο αμήχανα, γιατί τους έμελλε να γνωρίσουν καιρούς εντελώς διαφορετικούς από εκείνους που τα γέννησαν. Καθώς τα βλέπουμε, ας αφήσουμε τον εαυτό μας,πρώτα να συγκινηθεί από εικόνες, προσευχές, δάκρυα και ελπίδα που έχουν αποτυπωθεί επάνω τους.

Όπως οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας έχουν να διηγηθούν τις πιο συγκινητικές ιστορίες, έτσι και τα κειμήλια αυτά ζωντανεύουν, παίρνουν λαλιά και μας μιλούν πρώτα για εκείνους που τα δημιούργησαν: Ευσεβείς καλλιτέχνες με πίστη, ποιότητα εσωτερικής ζωής, βάθος συναισθημάτων, υπομονή στην κατασκευή, καλό γούστο στο κάθε τους χτύπημα στο μέταλλο ή το ξύλο, στην κάθε πινελιά, στην κάθε ψιλοβελονιά τους. Κατόπιν τα ζωντανά αυτά κειμήλιαμας μιλούν για τους χώρους που λάμπρυναν, για τους λειτουργούς που τα άγγιξαν, για τα Μυστήρια και τις Ακολουθίες που μέσω αυτών πραγματοποίηθηκαν. Είναι αλήθεια πως, σιγά σιγά αποτυπώθηκε επάνω τους η φθορά και η παλαιότητα. Τώρα δεν μπορούν πια να εξυπηρετήσουν ανάγκες. Καταθέτουν όμως πρόταση ζωής και γίνονται μέτρο των πολιτιστικών, αισθητικών, ακόμη και πολιτικών επιλογών μας. Διότι, δημιουργήθηκαν από μια ενωμένη κοινωνία, όπου, πέρα από τις διαφορές, υπήρχαν κοινά αναμφισβήτητα: Η πίστη, η πατρίδα, ο φίλος, ο συγγενής, ο αδελφός του αίματος και ο αδελφός της πίστης. Οι τεχνίτες τους εκπροσωπούσαν την κοινότητα, η έμπνευση και η τεχνική τους πήγαζαν από την κοινότητα, το έργο τους επέστρεφε στην κοινότητα. Τα αντικείμενααυτά μοσχοβολάνε το «μαζί». Ο άνθρωπος μαζί με τον άνθρωπο, μαζί με το εκκλησιαστικό καλλιτέχνημα, μαζί με τον Θεό.

Τα ωραία όμως δεν ανήκουν μόνον στοπαρελθόν. Οι εισηγήσεις που θα ακολουθήσουν είναι εντυπωσιακές ως προς την αναφορά τους στα μέσα που προσφέρει σήμερα ο κόσμος μας. Από τους εισηγητές θα φανεί πως ηεποχή μας έχει χάσει πολλά, έχει όμως να μας προσφέρει τρόπους, μέθοδο καιεργαλεία, ώστε να εκμεταλλευτείκανείςαυτούς τους θησαυρούς και να τους μετασχηματίσει σε πολιτιστικό και εκπαιδευτικό υλικό. Με αυτά τα μέσα, τα Εκκλησιαστικά κειμήλια παίρνουν  νέα ζωή, νικούν τον χρόνο, ανοίγουν διάλογο με τις νέες γενεές. Εάν οι πρωτόγνωρες δυνατότητες των συγχρόνων συνδυαστούν με αναζωπύρωση της πίστης και της φιλοπατρίας που τα γέννησε, με αγάπη για το παρελθόν και με γόνιμη αφομοίωσή τους για τη δημιουργία νέων αντίστοιχων αντικειμένων, οι επόμενες γενεές θα βαδίσουν στο στέρεο έδαφος μιας παράδοσης που ανανεώνεται. 

Η ύπαρξή τους αποτελεί ελπίδα επιβίωσης, διότι πολλά από αυτά λειτουργήθηκαν και διασώθηκαν με κίνδυνο ζωής. Μαζί τους επιβιώνει η ίδια η τοπική μας ιστορία. Χωρίςαυτά, τι θα είχαμε να μας ενώσει με το παρελθόν αυτού του τόπου; Δεν τους αρκεί όμως η επιβίωση. Φωνάζουν μυστικά και καλούν σε αγώνες με όραμα και ελπίδα, αγώνες κάλλους, αγώνες ποιότητας ζωής, αγώνες τόλμης για το καινούργιο, που πάντα θα χρειάζεται να τρέφεται από το παλιό. Αυτό είναι παράδοση, αυτό είναι και το ζητούμενοπίσω από όλες τις προσπάθειες δημιουργίας του σύγχρονου μουσειακού χώρου, τον κόπο της συλλογής και συντήρησης, τον σχεδιασμό για την αξιοποίησή του. Ιδίως τα παιδικά και εφηβικά μάτια που θα τα αντικρίσουν στο μέλλον, θα γεμίσουν από  κριτήρια ποιότητας και απαιτήσεις υψηλές, εργαλεία αντίστασης στην ευτέλεια και την επιφανειακότητα των καιρών μας.

Όπως γνωρίζετε, το Συνέδριο έχει ως τίτλο του ένα ερώτημα:Εκκλησιαστικά κειμήλια. Από τη λειτουργική χρήση στη μουσειακή προβολή;

Μέσω του ερωτήματος επιδιώξαμε να γεφυρώσουμε δύο τάσεις: Από τη μια, την παραμονή των κειμηλίων, όσοπαλαιών και αν είναι,  στη λειτουργική χρήση. Από την άλλη, την οργανωμένηπαρουσίαση τους αποκλειστικά σ΄ έναν μουσειακό χώρο. Προσωπικά εύχομαι να τεκμηριωθεί η άποψη πως, παρά την μουσειακή προβολή, δεν σταματά η λειτουργική χρήση, μόνον που η ωφέλεια προς τον λαό του Θεού παίρνει άλλη μορφή και άλλη διάσταση. Είμαι πάντωςβέβαιος πως οι εκλεκτοίεισηγητές, εξ αφορμής ενός τόσο ξεχωριστούγεγονότος, θα μας διαφωτίσουν και θα μας καθοδηγήσουν προς νέεςδημιουργικές κατευθύνσεις.

Επιθυμώ να ευχαριστήσω προσωπικά τον Δήμαρχο του Βόλου, τον κ. Μπέο, διότι το συνέδριο αυτό πραγματοποιείται με ένα πρόγραμμα του Δήμου για επιχορήγηση των ναών του Βόλου. Επιθυμώ επίσης να ευχαριστήσω  θερμά τους εκλεκτούς Εισηγητές, καθώς και τους φορείς με τους οποίους συνδιοργανώνουμε το συνέδριο αυτό.  Τέλος, επιθυμώ να ευχαριστήσω τους Ιερείς και τα λαϊκά Στελέχη που εκπροσωπούν τις Ιερές Μητροπόλεις και, μέσω αυτών, να απευθύνω θερμές ευχαριστίες προς τους Αδελφούς Αρχιερείς που τους απέστειλαν. Μακάρι, οι εντυπώσεις που θα μεταφέρουν στην τοπική τους Εκκλησία να αποτελέσει έναυσμα και αφορμή ανάλογων πρωτοβουλιών. Ολόκληρη η πατρίδα μας και η Εκκλησία μας έχουν ανάγκηόσο ποτέ να τραφούν από τον πλούτο της ιστορίας και της παράδοσης μας. 

Με αυτές τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ελπίδες κηρύττω τηνέναρξη του Συνεδρίου, προς το οποίο εύχομαι καρπούςπολιτισμού, ευσέβειας,πρωτοπορίας και υψηλής παιδαγωγίας. Ο Θεός μαζί σας.