Θέμα: «Τό χρονικό τῆς ἴδρυσης τοῦ Ἐκθετηρίου Ἐκκλησιαστικῶν Κειμηλίων “ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ Η ΟΞΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ” στή Μακρινίτσα».

 

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018, Συνεδριακό Θεσσαλίας

 

Μέ μεγάλη χαρά βρίσκομαι ἐνώπιόν σας, κατά τήν σημαντική αὐτή ἡμέρα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ Πανελληνίου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου μέ κεντρικό ἄξονα: «Ἐκκλησιαστικά Κειμήλια: ἀπό τή λειτουργική χρήση στή μουσειακή προβολή;», γιά νά σᾶς ἀναπτύξω τό θέμα: «Τό χρονικό τῆς ἵδρυσης τοῦ Ἐκθετηρίου Ἐκκλησιαστικῶν Κειμηλίων ΄΄Μήτηρ Θεοῦ ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις΄΄». Τό σημερινό Ἐπιστημονικό Συνέδριο διοργανώνεται μέ ἀφορμή ἀκριβῶς τήν ἔναρξη λειτουργίας τοῦ πρώτου Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου πού λειτουργεῖ στήν τοπική μας Ἐκκλησία, τοῦ Ἐκθετηρίου Ἐκκλησιαστικῶν Κειμηλίων ΄΄Μήτηρ Θεοῦ ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις΄΄, πού θά ἐγκαινιασθεῖ ἐπίσημα ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας κ.κ. Ἰγνάτιο, αὔριο τό ἀπόγευμα στή Μακρινίτσα.

Ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας ἑνός τέτοιου Μουσείου συνελήφθη γιά πρώτη φορά πρίν ἀπό δέκα περίπου χρόνια, ὅταν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας μοῦ ἀνέθεσε τήν εὐθύνη τῆς Ἐνορίας τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μακρινίτσας. Δέν εἶχα τήν εὐκαιρία μέχρι ἐκείνη τή στιγμή νά γνωρίσω ἀπό κοντά τό ὀνομαστό αὐτό κεφαλοχώρι τοῦ Πηλίου. Ἡ προσωπική μέ αὐτό ἐνασχόληση ὑπῆρξε γιά μένα μιά μεγάλη ἔκπληξη.

Γνώριζα, βεβαίως, ὅτι ἡ Ἐπαρχία τῆς Δημητριάδος, ὅπου μέ εἶχε καλέσει ἡ Θεία Πρόνοια νά διακονήσω, κοσμεῖται μέ ἐκκλησιαστικά μνημεῖα καί κειμήλια, μαρτυρικά τῆς διελεύσεως ἀπό αὐτήν ἁγίων μορφῶν, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἐκκλησίες καί μοναστήρια, ἀλλά καί ἐνθυμητήρια τῆς μακραίωνης ἱστορίας καί τῆς τέχνης της. Δέν περίμενα, ὅμως, ὅτι ἐρχόμενος στή Μακρινίτσα, θά ἔβρισκα ἕνα τόπο, πού ἀπό μόνος του εἶναι ὁλόκληρος ἕνα μνημεῖο.

Ὅπως ὅλα σχεδόν τά χωριά τοῦ Πηλίου, τό ὁποῖο, αἰῶνες πρίν, γιά τά πολλά του μοναστήρια ὀνομαζόταν «Βουνό τῶν Κελλίων», ἔτσι καί αὐτή, ἕλκει τή σύστασή της, ἀπό ἕνα μοναστήρι: τήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας τῆς Μακρινίτισσας, τῆς ἐπιλεγομένης «Ὀξείας Ἐπισκέψεως», ἱδρυμένης πρίν ἀπό τό 1215 ἀπό τόν Τοπάρχη τῆς Δημητριάδας Κωνσταντῖνο Μελισσηνό. Ὡς οἰκισμός δημιουργήθηκε ἀπό κατοίκους κυρίως τῶν παραλιακῶν περιοχῶν, πού κοντά στό μεγάλο αὐτό μοναστήρι ἀναζητοῦσαν προστασία ἀπό τούς πειρατές τῆς ἐποχῆς. Κι ὅταν ἀργότερα ἡ ἱστορική Μονή, κατά τά κρίματα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, παρήκμασε καί ἀφανίσθηκε, ὁ οἰκισμός, ἐξελιγμένος πλέον σέ πολυάνθρωπη κώμη, ἔμεινε γιά νά μαρτυρεῖ, μέ τήν ὀνομασία του καί μέ τά κειμήλιά του, τόσο γιά τήν προΰπαρξη τῆς πάλαι ποτέ περίφημης Μονῆς, ὅσο καί γιά τήν δική του ἱστορική πορεία μέσα στόν χρόνο.

Ἡ Μακρινίτσα διέγραψε μιά μεγάλη ἱστορία, ἐνδεικτική τῆς προοδευτικότητας, τῆς ἐργατικότητας καί τῆς θεοσέβειας τῶν κατοίκων της. Ἕδρα τῶν βακουφίων ἐπί Τουρκοκρατίας, μέ ἰδιαίτερα πολιτικά καί θρησκευτικά προνόμια, ἀναπτύχθηκε ἐξαιρετικά μέ τό ἐμπόριο, τή βυρσοδεψία, τήν καλλιέργεια τοῦ μεταξοσκώληκα καί τήν κατεργασία δερμάτων. Δημιούργησε ἰσχυρές παροικίες στά Βαλκάνια, στήν Ὁδησσό, στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, πού τήν τροφοδοτοῦσαν μέ μεγάλες προσόδους. Ἡ σπάνια αὐτή οἰκονομική εὐμάρεια ἐκδηλώθηκε μέ τήν ἀνέγερση πληθώρας ἱερῶν ναῶν καί μέ τήν ἀνάπτυξη τῶν τεχνῶν, μάλιστα τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Ὁλόκληρη ἡ Μακρινίτσα εἶναι γεμάτη παραδοσιακά ἀρχοντικά, καλοσχεδιασμένα καλντερίμια, καλλιτεχνικότατες κρῆνες καί βέβαια, πανέμορφες ἐκκλησίες.

Ὅλα αὐτά τά συνάντησα, ἀγαπητοί μου, γιά πρώτη φορά, πρίν ἀπό δέκα χρόνια, νά φέρουν τήν ταπείνωση μιᾶς ἐπικίνδυνης παρακμῆς. Καί ἡ λαχτάρα τῆς καρδιᾶς μου ἀμέσως ἀναζήτησε διέξοδο. Πῶς νά περισωθεῖ αὐτός ὁ πλοῦτος; Πῶς νά συγκεντρωθοῦν αὐτά τά μοναδικά κειμήλια, πού ἀντίκρισα μέ πόνο ψυχῆς σκόρπια, ἀφύλαχτα, ἔρμαια στή φθορά τοῦ χρόνου, στίς ὑπαιξερέσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ ἡ ἱεροσυλία μαίνεται στίς μέρες μας, καί, κυρίως, «σιωπηλά»; Κι ὅμως, θά εἶχαν τόσα νά ποῦν καί νά διδάξουν, γιά τόν τόπο καί τήν ἱστορία του, τήν παράδοση καί τή θρησκευτικότητά του, στούς μεταγενεστέρους· καί μάλιστα στή νέα γενιά, πού ἀνατρέφεται ἀποκομμένη ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό τίς ἱστορικές της ρίζες, χωρίς εὐσέβεια, χωρίς ἀγάπη γιά τά πάτρια, σέ μιά πολυπολιτισμική καί ἐν πολλοῖς ἀπρόσωπη κοινωνία...

Ἔτσι συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας ἑνός περιβάλλοντος καταλλήλου γιά θρησκευτική περιήγηση. Ἡ ἄμεση ἀνάγκη πού προέκυψε ἦταν νά ἀνακαινισθοῦν τά ἐκκλησιαστικά μνημεῖα, πού βρίσκονταν σέ κατάσταση προχωρημένης φθορᾶς, ἐνῶ τά ἱερά κειμήλια, διαρκορπισμένα ἐκεῖνο τόν καιρό στούς Ἱ. Ναούς τοῦ χωριοῦ, νά συντηρηθοῦν καί νά συγκεντρωθοῦν σέ ἕνα εἰδικά σχεδιασμένο χῶρο, ἐξοπλισμένο μέ ὅλα τά σύγχρονα μέσα γιά τή διαφύλαξη καί τήν προβολή τους. Ἀπό κεῖ θά μποροῦσαν ξανά νά ἀποκτήσουν τή «φωνή» πού τούς εἶχε στερήσει ἡ φθορά τοῦ χρόνου καί ἡ λησμονιά, γιά νά διδάξουν σάν ἄλλοι πατρο-Κοσμάδες στούς νεοέλληνες, σέ μᾶς καί στά παιδιά μας, τό ἔνδοξο παρελθόν αὐτοῦ τοῦ τόπου, πού μπορεῖ νά γίνει, ἄν θέλουμε, τό θεμέλιο καί τό ἐφαλτήριο γιά ἕνα ἀνάλογο μέλλον.

Ὁ ἀγῶνας αὐτός, μέ τή συμπαράσταση τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας, πού ἔχει τό χάρισμα νά διατηρεῖ πάντα ζωντανή τήν ἔμπνευση τῶν συνεργατῶν του γιά κάθε καλό ἔργο, ἀλλά καί μέ πολύ προσωπικό κόπο, μόχθο καί ἀγωνία, κράτησε ὅλη αὐτή τή δεκαετία. Καί ἐξήλθαμε ἐπιτέλους, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, «εἰς ἀναψυχήν»: στή χαρά τῆς σημερινῆς ἡμέρας, κατά τήν ὁποία, στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς μικρῆς εἰσήγησης, ἐπιτρέψτε μου, ἀγαπητοί μου, νά σᾶς προσκαλέσω σέ μιά νοερή θρησκευτική περιήγηση ὅλων τῶν ὡραίων πού μᾶς κληροδότησαν στή Μακρινίτσα οἱ πρόγονοί μας, τά ὁποῖα εἶναι πλέον κτῆμα ὅλων μας: νά τά ἐπισκεφθοῦμε, νά τά θαυμάσουμε καί νά διδαχθοῦμε ἀπό αὐτά.

Βρισκόμαστε ἤδη, γοητευμένοι ἀπό τό ὑπέροχο φυσικό περιβάλλον περιηγητές, στήν κεντρική πλατεία τοῦ χωριοῦ τῆς Μακρινίτσας. Ὁ θεριεμένος ὑπεραιωνόβιος πλάτανος θροΐζει τά φύλλα του στίς μυρωδάτες πνοές τοῦ βουνίσιου ἀέρα καί ἀνταμώνει τούς ἤχους του, πρωτόγνωρους πράγματι στά αἰσθητήρια τοῦ κατοίκου τῶν μεγαλουπόλεων, μέ τόν φλοῖσβο τοῦ νεροῦ πού τρέχει ἀπό τήν ὑπέροχη μαρμαρόγλυπτη κρήνη τῆς πλατείας μέσα σέ μιά χαριτωμένη στέρνα μέ κιγκλίδωμα. Ἀπέναντι ἀπό αὐτήν, ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἱ. Ναοῦ Τιμίου Προδρόμου: τοῦ πρώτου σταθμοῦ τῆς περιήγησής μας, ἀλλά καί τοῦ πρώτου χρονολογικά σταθμοῦ τοῦ ἀνακαινιστικοῦ μας ἀγῶνα.

Μικρός μονόχωρος δρομικός ναός, οἰκοδόμημα τοῦ 1806, εἶναι ἕνα ἀπό τά χαριέστερα ἐκκλησιαστικά μνημεῖα τοῦ Πηλίου. Κοσμημένος μέ πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, ἔργο τοῦ λιθογλύπτη Θεοδοσίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, μᾶς ἐντυπωσιάζει μέ τή μεγαλοπρέπεια τῆς ἀρχοντικῆς του λιτότητας, πού εἶναι συνάμα τόσο ποικίλη καί καλλιτεχνική, ἕνα πραγματικό χάρμα ὀφθαλμῶν! Προσκυνώντας στό χωρίς τοιχογραφίες ἐπιβλητικό ἐσωτερικό, θαυμάζουμε τό λιτό ξυλόγλυπτο τέμπλο, τίς δεσποτικές εἰκόνες τῶν ζωγράφων Ἰακώβου τοῦ Ἁγιορείτου καί Πανταζῆ, ἔργα τοῦ 19ου αἰῶνος, καί τήν ἐντυπωσιακή σέ  μέγεθος μοναδική τοιχογραφία τοῦ Ἐφόρου τοῦ Ναοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἁγιογραφημένη τό 1958, στόν βορεινό τοῖχο, πού μᾶς καλωσορίζει ὡς οἰκοδεσπότης. Ἀναχωρώντας, δέν μποροῦμε παρά νά μνημονεύσουμε εὐλαβικά τούς εὐλαβεῖς Μακρινιτσιῶτες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, πού σέ καιρό πού τόν ἔσκιαζε ἡ φοβέρα τῆς μισόχριστης κατάκτησης, εἶχαν τό σθένος καί τήν ἀγάπη νά οἰκοδομήσουν στόν Πρόδρομο τοῦ Σωτῆρος ἕνα τέτοιο περικαλλέστατο Ναό!

Ἀνηφορίζοντας τό γραφικό καλοφτιαγμένο καλντερίμι, ἀντικρίζουμε ἀπό μακριά τό κτηριακό σύνολο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού ἀποτελεῖ τόν κύριο ἐνοριακό Ναό τοῦ χωριοῦ καί ὑπῆρξε ὁ δεύτερος σταθμός τῶν ἀνακαινιστικῶν μας προσπαθειῶν. Μιλοῦμε γιά κτηριακό σύνολο, ἀφοῦ μέσα στόν περίβολό του, μέ ἕνα ξεχωριστό καί πρωτότυπο τρόπο, σάν πολύτιμα πετράδια σέ στέμμα, ὑψώνονται πέντε ἀκόμη ὡραιότατα ἐκκλησιαστικά οἰκοδομήματα.

Ὁ Ναός τῆς Κοιμήσεως, σάν κορωνίδα τοῦ ἀξιοθαύμαστου αὐτοῦ συνόλου, βρίσκεται στό κέντρο μιᾶς μεγάλης λιθόστρωτης αὐλῆς, πού σκιάζεται ἀπό ἐπιβλητικά κυπαρίσσια. Γιά πρώτη φορά οἰκοδομήθηκε τό 1767, στή θέση τοῦ Καθολικοῦ τῆς ἀρχαίας Μονῆς τῆς Παναγίας Μακρινίτισσας, τῆς Ὀξείας Ἐπισκέψεως, πού κατά τόν 17ο αἰῶνα, μετά ἀπό τέσσερις περίπου αἰῶνες ζωῆς, παρήκμασε καί καταστράφηκε, ἤ ἀπό τούς Τούρκους, κατά μία ἐκδοχή, ἤ, τό πιθανότερο, ἀπό κατολισθήσεις τοῦ ἐδάφους. Ὡστόσο, καί αὐτός ὁ μεταβυζαντινός Ναός ὑπέστη ἀνεπανόρθωτες ζημιές κατά τό μεγαλύτερο μέρος του ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1955 καί ἀνοικοδομήθηκε ξανά τό 1963, διατηρώντας τό μέγεθος καί τά τυπολογικά καί μορφολογικά χαρακτηριστικά τοῦ πρώτου Ναοῦ ἀναλλοίωτα. Οἱ δικές μας ταπεινές ἀνακαινιστικές ἐπεμβάσεις, μέσα στήν τελευταία δεκαετία, προσπάθησαν νά ἀναχαιτίσουν τή φθορά τοῦ χρόνου, πού καί αὐτός ὁ Ναός ἔφερε πάνω του.

Ἡ σημερινή Ἐκκλησία τῆς Κοιμήσεως ἐντυπωσιάζει μέ τήν αὐστηρότητα τῆς οἰκοδομῆς, τό μέγεθος, τά ξυλόγλυπτα, τίς κτητορικές ἐπιγραφές καί τά λιθανάγλυφα, πού τοποθετήθηκαν, μετά τήν ἀνακαίνιση, στίς θέσεις ἀκριβῶς πού εἶχαν, πρίν αὐτή καταστραφεῖ. Ἡ μεγαλοπρέπειά της τήν καθιστᾶ ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα καί ἐπιβλητικότερα μνημεῖα τοῦ Πηλίου.

Ἐξερχόμενοι ἀπό τόν Ναό τῆς Κοιμήσεως, ἀντικρύζουμε νοτιοδυτικά, κάτω ἀπό τά καταπράσινα δένδρα τοῦ βουνοῦ, πολύδροσο, ἐντυπωσιακό μέσα στήν ἁπλότητά του, τόν τρίτο σταθμό τῶν ἀνακαινίσεών μας: τόν μοναδικό σέ ὅλο τό Πήλιο διώροφο καί δισυπόστατο ἱερό Ναό, ἀφιερωμένο, στό μέν ἰσόγειο στόν Ἅγιο Νικόλαο, στόν δέ ὄροφο στούς Ἁγίους Πάντες. Φέροντας σέ λιθανάγλυφη κτητορική ἐπιγραφή τή χρονολογία «1743», μᾶς ἐντυπωσιάζει μέ τήν αὐστηρότητα, ἀλλά καί τή γραφικότητα τοῦ πετρόκτιστου, τίς ὑπέροχες τοιχογραφίες, τόσο στό ἐσωτερικό, πού εἶναι σχεδόν ὁλόγραφο, ὅσο καί στό ἐξωτερικό. Ὑποδειγματικά συντηρημένες, εἶναι ὁλοζώντανες, μέ ζωηρά χρώματα, πρωτότυπα θέματα καί πανέμορφα διακοσμητικά μοτίβα. Εὔλαλα μαρτυροῦν γιά τήν ποιητική ἰδιοσυγκρασία, τήν πίστη, τήν εὐλάβεια καί τό μεράκι αὐτῶν πού τίς φιλοτέχνησαν.

Βόρεια ὑψώνει τό ταπεινό του ἀνάστημα τό Ἱερό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Τρεῖς αἰώνες, παραμένει, τό παρεκκλήσιο αὐτό, μιά δροσερή ζωντανή παρουσία μέσα στόν ἱερό περίβολο τῆς Παναγίας.   

Ἀφοῦ προσκυνήσουμε καί ἐκεῖ, κατευθυνόμαστε πρός τό καμπαναριό τῆς Κοιμήσεως, πού δεσπόζει σέ περίοπτη θέση μέσα στό κτηριακό συγκρότημα. Ἕνα ἀριστούργημα ἀρχιτεκτονικῆς, ὁρατό ἀπό ὅλο τόν οἰκισμό τῆς Μακρινίτσας, μᾶς προσκαλεῖ νά ἀνεβοῦμε ἐκεῖ ὅπου ἀναπαύονται οἱ τρεῖς μεγάλες καμπάνες του, γιά νά ἀπολαύσουμε τή θέα ἀπό ψηλά. Ἄν καί κατάκοποι ἀπό τήν μέχρι τώρα περιήγησή μας, τό ἀποτολμοῦμε καί, μόλις φθάνουμε πάνω, ἀποζημιωνόμαστε. Τό μάτι μας ξεκουράζεται στό πράσινο τοῦ βουνοῦ, χαίρεται μέ τό πολύχρωμο τοῦ οἰκισμοῦ καί παιχνιδίζει στό γαλάζιο τῆς θάλασσας πού βλέπει μακριά στό βάθος.

Καιρός γιά λίγη ξεκούραση. Τό ἀρχονταρίκι τοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως μᾶς ἀναμένει γιά λίγη ὥρα ἀνάπαυλας ἀπό τήν περιήγησή μας καί γιά τό παραδοσιακό κέρασμα στούς ἀνακαινισμένους χώρους του. Κτήριο τοῦ 1815 βορειοδυτικά τοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως, ἦταν ἀρχικά τό «Δεσποτικό», πού φιλοξενοῦσε τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτη Δημητριάδος, κάθε φορά πού ἐκεῖνος ἐπισκεπτόταν τή Μακρινίτσα. Σήμερα εἶναι ὁ χῶρος ὑποδοχῆς τοῦ Ἱ. Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού μᾶς ξεκουράζει καί μόνο μέ τή θέα του. Τό πετρόκτιστο ἐξωτερικό, τό ἄνετο φωτεινό ἐσωτερικό, ἡ προσεγμένη διαρρύθμιση τῶν χώρων μέ ἀρχοντική λιτότητα, ἡ παραδοσιακή ἐπίπλωση, μᾶς θυμίζουν τά παλιά πηλιορείτικα ἀρχοντόσπιτα, ὅπου ἡ εὐγένεια τῶν ἐνοίκων προσφερόταν ὡς ἀβραμιαία παραδοσιακή φιλοξενία, ἡ σπάνια αὐτή ἀρετή τῆς φυλῆς μας.

Μετά τό φίλεμα τῆς ἀγάπης καί τήν ὀλιγόλεπτη ἀναψυχή, ξεκινᾶμε γιά τόν Ἱ. Ναό Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, στήν ἀνηφορική συνοικία «Κακουνᾶς». Μονόχωρος ξυλόστεγος δρομικός Ναός πού ἀνοικοδομήθηκε πιθανότατα τό 1804, ἀνακαινίσθηκε μετά τίς καταστροφές πού ὑπέστη ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1955, ἀλλά καί μέσα στήν τελευταία δεκαετία γιά δεύτερη φορά, ἀφοῦ στό μεταξύ ὁ «πανδαμάτωρ χρόνος» ἄφησε καί σ᾿ αὐτόν τά ἴχνη του. Στή θέα του ἐντυπωσιαζόμαστε. Τό μέγεθος, οἱ ἁρμονικές του ἀναλογίες, οἱ ἰδιαιτερότητες στήν κατασκευή πού ἀπηχοῦν ἐπιδράσεις ἀπό τή λαϊκή ἀρχιτεκτονική, οἱ διασωθεῖσες τοιχογραφίες καί φορητές εἰκόνες τῶν ἁγιορειτῶν Σωφρονίου καί Ἀθανασίου, καί τοῦ ζωγράφου Πανταζῆ, ἔργα τοῦ 19ου αἰῶνος, προκαλοῦν τόν θαυμασμό μας. Εἶναι κι αὐτός ἕνα ἀξιόλογο ἐκκλησιαστικό μνημεῖο, ἄλλο ἕνα ἐξαίρετο δεῖγμα τοῦ μακραίωνου πολιτισμοῦ τῆς ἱστορικῆς κώμης τῆς Μακρινίτσας.     

Μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἐπαναστρέφουμε πρός τήν κεντρική πλατεία τῆς Μακρινίτσας, ἀπ᾿ ὅπου ξεκινήσαμε. Προορισμός μας, ὅμως, δέν εἶναι ἡ πλατεία, ἀλλά τό  Ἐκκλησιαστικό Ἐκθετήριο «Ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις», πού βρίσκεται στό κέντρο της. Τό πρῶτο Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ὁ τέταρτος καί τελευταῖος σταθμός τῆς δεκάχρονης ἀνακαινιστικῆς μας προσπάθειας καί τῆς σημερινῆς μας περιήγησης. Καί μόνο τό ὄνομά του μᾶς παραπέμπει στήν καταγωγή του. Εἶναι μακρινό πνευματικό ἀπότοκο τῆς ἀρχαίας Μονῆς τῆς Παναγίας Μακρινίτισσας, τῆς Ὀξείας Ἐπισκέψεως, καί φέρει μέσα του, σάν ἄλλη κιβωτός πολιτισμοῦ καί ἱστορίας, κειμήλια ἀνεκτίμητα, στενά συνδεδεμένα μέ τό ἱστορικό μοναστήρι. Κτήριο διώροφο, μέ ὅλα τά στοιχεῖα τῆς παραδοσιακῆς πηλιορείτικης ἀρχιτεκτονικῆς, προβάλλει στό ἐσωτερικό του τό ἀγέραστο παλαιό μέ τά πιό σύγχρονα τεχνολογικά μέσα.

Μπαίνοντας, ἀντικρίζουμε ἀμέσως ἀπέναντί μας τήν Οὐράνια Οἰκοδέσποινα νά μᾶς ἀναμένει: τό ἀνεκτίμητο λιθανάγλυφο τοῦ 13ου αἰῶνος, πού προέρχεται ἀπό τήν παλαιά Μονή καί εἰκονίζει τήν «Μητέρα τοῦ Θεοῦ τήν Ὀξείαν Ἐπίσκεψιν», ὀρθόκορμη σέ στάση δεήσεως, νά φέρει μπροστά στό στῆθος μέσα σέ μετάλλιο τό Θεῖο Τέκνο Της, μᾶς γεμίζει δέος: ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μᾶς ὑποδέχεται μητρικά, βεβαιώνοντάς μας ὅτι ἄν καί τά ἀνθρώπινα παλαιώνουν καί παρέρχονται, ἡ δική Της παρουσία παραμένει ἀνάμεσά μας μεσιτευτική, μέ μιά μεσιτεία πού ποτέ δέν παλαιοῦται, ἀλλά πάντα θά ἀνανεώνεται ἕως τέλους τοῦ παρόντος αἰῶνος.

Προσκυνώντας Την νοερά, προχωροῦμε νά θαυμάσουμε τά ἐκθέματα τοῦ Ἐκθετηρίου, προερχόμενα κυρίως ἀπό τόν Ἱ. Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, ἀλλά καί ἀπό ἄλλους Ναούς τῆς Μακρινίτσας. Εἰσερχόμαστε σέ ἕνα ἄλλο κόσμο, ὁλοζώντανο ἀπό τή φρεσκάδα τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῆς εὐλάβειας τῶν ἀνθρώπων. Βῆμα βῆμα προχωροῦμε κλίνοντας σεβαστικό γόνυ στά ἐκθέματα, πού δέν εἶναι ἄψυχα, ὄχι, ἀλλά φορεῖς μιᾶς ζωντανῆς παραδόσεως καί μᾶς μιλοῦν ἀφώνως γιά τή μακραίωνη ἱστορία τους.

Ἱερές εἰκόνες ἀπό τόν 17ο ἕως καί τόν 20ό αἰώνα, ἔργα τῶν περίφημων ζωγράφων Πανταζῆ, Δημητρίου Γκρέκου, Δημητρίου καί Ἐλευθερίου τῶν αὐταδέλφων ἐξ Ἀγράφων, τοῦ δασκάλου τους Ἁγιορείτου μοναχοῦ Ἰακώβου, τοῦ ντόπιου Μαργαρίτη Μακρινιτζιώτη, κοσμοῦν τή συλλογή τοῦ Ἐκθετηρίου. Μεταξύ αὐτῶν δεσπόζουν οἱ τρεῖς σπάνιες εἰκόνες τοῦ λαϊκοῦ ζωγράφου Θεοφίλου, πού σημάδεψε μέ τό πέρασμά του ἀπό τόν τόπο μας τήν καλλιτεχνική ζωγραφική ἔκφραση τῆς ἐποχῆς του, στόλισε τά χωριά μας μέ τίς πολύχρωμες καί εὐφρόσυνες ζωγραφιές του, καί ἐπηρέασε μέ τό ἰδιότυπο καλλιτεχνικό ἰδίωμά του τούς συγχρόνους του καί τούς μεταγενέστερους ζωγράφους. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἁγιογραφημένες τό 1916, εἶναι ἐξαίρετα δείγματα τοῦ ἔργου του, τό ὁποῖο στό σύνολό του, εἴτε κοσμικό εἶναι, εἴτε ἐκκλησιαστικό, διατηρεῖ πάντα τά στοιχεῖα μιᾶς τέχνης μέ αὐτόχθονα χαρακτηριστικά, ἔντονα «ἑλληνικῆς».

Μετά τίς εἰκόνες, καί ὅλα τά ἄλλα ἐκθέματα τοῦ Μουσείου ἑλκύουν τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον μας μέ τή μεγάλη ἱστορική τους ἀξία: τμήματα ξυλογλύπτων τέμπλων, κατασκευασμένων σέ περίφημα ἐργαστήρια τῆς Ἠπείρου, ἱερά σκεύη, ἄμφια, λάβαρα, ζωγραφικά προσκυνητάρια τοῦ 18ου καί 19ου αἰῶνος, ἐπιτάφιοι καί παλαίτυπα βιβλία, συνήθως ἀφιερώματα Μακρινιτσιωτῶν ἀποδήμων στίς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, τή Ρωσία, τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου καί τή Δύση, μιλοῦν εὔγλωττα γιά τήν οἰκονομική εὐμάρεια, τήν πολιτισμική ἀνάπτυξη καί τήν πνευματική σφριγηλότητα τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ χωριοῦ.

Καθώς ἡ περιήγησή μας στό Ἐκθετήριο τελειώνει πιά καί ἑτοιμαζόμαστε νά ἀναχωρήσουμε ὁ καθένας μας «εἰς τά ἴδια», ἀφήνουμε τή φαντασία μας ἐλεύθερη νά ταξιδέψει μέ νοσταλγία στά μέρη ὅπου κάποτε δημιουργήθηκαν ὅλα αὐτά, στούς καλλιτέχνες πού τά φιλοτέχνησαν, στούς ἀειμνήστους δωρητές καί, τέλος, σ᾿ αὐτούς πού, μέ τή λαχτάρα τῆς καρδιᾶς τους, στόλισαν μέ αὐτά τίς ἐκκλησιές τοῦ τόπου τους.

Παράλληλα, ὅμως, κατανοοῦμε πώς εἶναι ἀνάγκη νά μήν τελματώσουμε σέ μιά φανταστική ἀδολεσχία τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος μας. Τά ἔργα τῶν παλαιῶν χρειάζεται καί πρέπει νά γίνονται κάθε στιγμή γιά μᾶς τούς μεταγενεστέρους τό ἐφαλτήριο γιά τή δημιουργία τῆς δικῆς μας γενιᾶς καί τήν κληροδότηση αὐτῆς τῆς δημιουργίας στίς ἐπερχόμενες.

Ἡ λειτουργία ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου στίς μέρες μας, ἐν προκειμένῳ τοῦ Ἐκθετηρίου Ἐκκλησιαστικῶν Κειμηλίων «Ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις», εἶναι καταρχήν ἡ ἔκφραση τῆς κύριας καί ἀπαραίτητης προϋπόθεσης, πού πρέπει νά ἔχουμε, ἄν θέλουμε καί ἐμεῖς μέ τή σειρά μας νά κατασταθοῦμε φορεῖς καί δημιουργοί πολιτισμοῦ. Εἶναι αὐτό πού λέγει ὁ «Ἅγιος» τῶν ἑλληνικῶν μας γραμμάτων Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «νά στέργωμεν καί νά τιμῶμεν τά πάτρια». Εἶναι ὄντως, ὅπως συνεχίζει ὁ ἴδιος, «τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νά ἔχωμεν κειμήλια καί νά μή φροντίζωμεν νά τά διατηρήσωμεν».

Μέ ἀφετηρία, λοιπόν, τήν ἐθνική μας φιλοτιμία καί τήν ἀγάπη μας στίς ἑπόμενες γενεές, καλούμαστε νά διαφυλάξουμε, νά προβάλουμε καί νά γνωρίσουμε σέ Ἕλληνες καί ξένους τόν πνευματικό πλοῦτο πού παραλάβαμε. Μέσῳ ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων εἰδικά σχεδιασμένων γιά τό Μουσεῖο, νά φέρουμε τούς Ἑλληνόπαιδες σέ ἐπαφή καί γνωριμία μέ τήν συναρπαστική ἱστορία τοῦ γένους τους· μιά ἱστορία πού γράφτηκε ἀπό τήν ἀρετή τῶν προγόνων τους, ἀρετή πού ὡς χαρακτηριστικό τῆς φυλῆς μας ὑπάρχει καί στά δικά τους γονίδια ναρκωμένη καί ἀνενέργητη. Ἔμαθαν τά παιδιά μας στή φθηνή μίμηση τῶν ξένων συνηθειῶν καί ἠθῶν, νιώθοντας ντροπή πολλές φορές γιά τό ἔθνος καί τήν πατρίδα τους. Εἶναι πλέον καιρός νά συνειδητοποιήσουν ὅτι μποροῦν νά καυχῶνται καί πάνω στήν θεάρεστη αὐτή καύχηση νά θέσουν τά θεμέλια, μέ τήν κατάλληλη ἀγωγή, γιά τή δική τους μελλοντική δημιουργία. Ἡ Ἐκκλησία, πού πάντα διεδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στή διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς καί πνευματικῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ μας, συνεχίζει σήμερα τό ἔργο αὐτό καί μέ τή δημιουργία ἑνός Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου, μέ τόν τρόπο πού προανέφερα.

Παράλληλα, προσφέρει στούς ξένους πρός τήν ὀρθόξοξη παράδοση καί τήν ἱστορία μας ἐπισκέπτες, τή δυνατότητα ἐπαφῆς μέ τόν πνευματικό μας πολιτισμό. Τό γεγονός αὐτό ὄχι μόνο προβάλλει πρός τά ἔξω τήν ἐθνική μας ταυτότητα, ἀλλά συχνά λειτουργεῖ καί ἱεραποστολικά, ἀφοῦ μέχρι τώρα πολλοί ἑτερόδοξοι ἤ καί ἀλλόθρησκοι ἀδελφοί μας ἀνά τόν κόσμο, βρῆκαν μέσῳ τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, τό μονοπάτι γιά νά γνωρίσουν, νά ἀγαπήσουν καί νά ἀσπασθοῦν τήν Ὀρθοδοξία.

Τέλος, εὐελπιστοῦμε ὅτι τό Ἐκθετήριο Ἐκκλησιαστικῶν Κειμηλίων Μακρινίτσας «Ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις» θά λειτουργήσει ὡς πιλοτικό πρόγραμμα καί γιά ἄλλες ἐνορίες τοῦ Πηλίου. Ὅπως ἀνέφερα καί στήν ἀρχή, ἡ Δημητριάδα καί ἰδιαιτέρως τό Πήλιο, τό πάλαι ποτέ «Βουνό τῶν Κελλίων», εἶναι γεμάτο ἀπό ἐκκλησιαστικά μνημεῖα καί κειμήλια. Πόσο γνωστή εἶναι ἡ ἀξία τους καί πόσο αἰσθητή ἡ ἀνάγκη τῆς διαφύλαξης καί τῆς προβολῆς τους; Εὐχῆς ἔργον θά εἶναι, ἡ δημιουργία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου τῆς Μακρινίτσας νά προβληματίσει τούς ἐφημερίους τῶν χωριῶν, ὥστε νά θελήσουν νά εὐαισθητοποιηθοῦν καί νά φροντίσουν γιά τό καίριο αὐτό ζήτημα, ὁ καθένας στήν ἐνορία του.

Ἀπό τῆς θέσεως αὐτῆς, ἐκφράζω τήν εὐγνωμοσύνη μου πρός τόν πολυτιμότερο μετά Θεόν συμπαραστάτη μας στό δεκαετές αὐτό ἀνακαινιστικό ἔργο στό ὁποῖο σᾶς ξενάγησα, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Ἰγνάτιο, πού αὔριο θά ἐγκαινιάσει ἐπισήμως τή λειτουργία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ μας Ἐκθετηρίου.

Εὐχαριστῶ ἀκόμη ὅσους βοήθησαν ποικιλοτρόπως στό ἔργο αὐτό, ἀλλά καί ὅλους ἐσᾶς, πού εἴχατε τήν εὐγένεια καί τήν ὑπομονή νά μέ ἀκούσετε. Ἡ «Μήτηρ Θεοῦ ἡ Ὀξεία Ἐπίσκεψις» νά εἶναι πάντα μαζί σας!

Εὐχαριστῶ.